Ξέρεις γουστάρω να σε βλέπω με τακούνια ψηλά, φούστες στενές κι ανοιχτές μπλούζες. Μ᾽ αρέσει το κραγιόν σου και τα καλοστρωμένα μαλλιά σου όταν βγαίνουμε. Ο τρόπος που σκίζεις τον αέρα όταν πλησιάζεις την πόρτα του αυτοκινήτου όταν έρχομαι να σε πάρω.Γουστάρω τη θηλυκότητα που εκπνέεις στην καμπύλη του ποτηριού όταν πίνεις αργά το κρασί σου. Ο τρόπος που τυλίγεσαι στο μπράτσο μου όταν το πλακόστρωτο είναι άτσαλο και φοβάσαι μην πέσεις.Σ᾽ αρέσει που νιώθεις πως μπορείς να στηριχτείς πάνω μου κι ας μην το έχεις ανάγκη. Μ᾽ αρέσει που με κάνεις να νιώθω άντρας κι όχι απλά να φαίνομαι.Στο γυρισμό ξέρουμε καλά κι οι δυο πως δε θα γυρίσεις σπίτι, κι ας έχει ένα μάτσο δουλειές το πρωί. Επιμένεις πως δεν πρέπει, μα τελικά υποκύπτεις γιατί είναι πιο γλυκιά η αμαρτία όταν ξέρεις πως τουλάχιστον αντιστάθηκες.Γι᾽ αυτό και πιο πολύ γουστάρω όταν ξυπνάμε σπίτι μου. Χωρίς ρούχα, κι έπειτα εσύ με το φούτερ μου που γίνεται φόρεμά σου. Μάτια ξεβαμμένα, χείλη κόκκινα που δεν είναι πλέον απ᾽ το κραγιόν. Το κινητό σου κλειστό από μπαταρία κι εγώ δήθεν δε βρίσκω το δικό μου.Δυο πακέτα τσιγάρα, δυο καφέδες, ο καναπές εγώ κι εσύ.Η ώρα περνάει και φέρνεις την κουβέρτα. Σήμερα δε θα πάμε πουθενά. Δε θα συναντήσουμε κανέναν. Δε θα ρωτήσει κανείς πώς περάσαμε τη μέρα μας. Είναι πιο όμορφη η εξαφάνιση όταν την κάνεις από επιλογή κι όχι από ανάγκη.Δεν το κανονίσαμε, μα ξέρουμε καλά τι θα κάνουμε απόψε. Δεν είναι έρωτας, δεν είναι αχαλίνωτο βρώμικο σεξ στον τριθέσιο καναπέ του σπιτιού μου. Ανοίγω την τηλεόραση καθώς τραβάς την κουβέρτα προς το μέρος σου. Πέφτω δίπλα σου και πιάνω το τηλέφωνο.«Δυο πίτσες, μια σαλάτα και μια κόκα-κόλα μεγάλη και δυο βάφλες σοκολάτα», λέω. Γκρινιάζεις που παραγγέλνω περισσότερα απ᾽ όσα θα φάμε. Γελάω, αφού ξέρεις πως πάντα έτσι κάνω.Ο δικός μας έρωτας δεν έχει ανάγκη από μεγάλες τρανταχτές δηλώσεις. Δεν έχει ανάγκη να φανεί σαν κάτι μεγάλο στον έξω κόσμο, φτάνει η μυρωδιά του να γεμίζει τα 70 τετραγωνικά μας.Φτάνει να έχουμε τον στενό καναπέ με το ξεθωριασμένο προσκέφαλο την επόμενη. Μερικά ψιλά για ντελίβερι κι ηλεκτρικό για να δούμε ταινίες το βράδυ. Η απλούστευση των πραγμάτων φέρνει την ευτυχία γι᾽ αυτό και σε θέλω πιο πολύ χωρίς περιτύλιγμα.Θέλω να περνάμε τις νύχτες μας στον καναπέ εγώ κι εσύ. Ξενύχτι και φαΐ.
Προσοχή στο κενό ανάμεσα στα Facebook και στο Fascistbook - Breathless Sounds - Τετάρτη 6 Απριλίου 2016
Θλίβομαι, εξοργίζομαι, όλα τα ακραία συναισθήματα μαζί με κατακλύζουν, όταν διαβάζω αναρτήσεις στο fbκαι τα socialmediaότι όλοι οι Μουσουλμάνοι είναι τρομοκράτες! Και όλες αυτές οι απόψεις πληθαίνουν σαν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας, ιδίως μετά την τελευταία τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες.
Οι Μουσουλμάνοι αγωνίζονται και πάλι για την ψυχή τους. Νιώθουν υποχρεωμένοι να απολογηθούν για το ότι είναι Μουσουλμάνοι και να δηλώνουν το αυτονόητο, πως οι ίδιοι καθώς και οι υπόλοιποι ομόθρησκοι στον κόσμο καταδικάζουν τις επιθέσεις του ISIS και προφανώς δεν έχουν καμία σχέση με την τρομοκρατία.
Δεν υπάρχει ένα Ισλάμ. Στον κόσμο ζουν 1,5 δις Μουσουλμάνοι…
Το διαρκώς αναπαραγόμενο σενάριο ότι Μουσουλμάνος και μετριοπαθής είναι «φύσει» έννοιες μη συμβατές, ελλοχεύει τον εξής κίνδυνο: αν ο εξτρεμισμός συνεχίσει να «επικοινωνείται» ως χαρακτηριστικό στο DNAόλου του Ισλάμ, τότε η παγιωμένη, έωλη, στερεοτυπική αυτή πεποίθηση ενδέχεται βάσει της Κοινωνικής Ψυχολογίας να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ποιοι είναι, όμως, οι Τζιχαντιστές του ISIS; Είναι νέοι, όχι απαραίτητα φτωχοί και περιθωριοποιημένοι, αλλά σίγουρα χωρίς μακρινούς ορίζοντες, μελλοντικές βλέψεις, χωρίς άλλη γνώση από εκείνη του εγγύτερου, γνωστού και δεδομένου τους. Το επιχείρημα κάποιων ότι ο εξτρεμισμός είναι παράγωγο της φτώχιας τους συνάδει ίσως περισσότερο με υπεραπλούστευση, αν λάβουμε υπόψη ότι περιθωριοποιημένοι και φτωχοί υπάρχουν και μεταξύ χριστιανών ή άθεων, που δεν έγιναν, ωστόσο, τρομοκράτες.
Είναι έφηβοι που αμφιταλαντεύονται και διχάζονται ανάμεσα στην πνιγηρή πολιτικοθρησκευτική καταπίεση και τον ασφυκτικό κοινωνικό έλεγχο. Παγιδευμένοι ανεπιστρεπτί στον ιστό του δηλητηριώδους και νοσηρού θρησκευτικού φανατισμού, πιστοί στρατιώτες στον «ιερό πόλεμο», ψάχνουν τον παράδεισο στην αγιοποίησή τους διαμέσου της δολοφονίας άλλου ενός «άπιστου», στο όνομα του Θεού.
Τα τμήματα των ισλαμικών κοινοτήτων στην Ευρώπη όσο κι αν έχουν καταφέρει λίγο-πολύ να εναρμονιστούν με το δυτικό τρόπο ζωής, όσο κι αν κανένας Μουσουλμάνος δεν αποκλείστηκε από την εκπαίδευση, την υγεία, την πρόνοια, συνεχίζουν να μην έχουν την πλήρη αίσθηση του «ανήκειν» στην ευρύτερη κοινωνία της Δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ανοχής του διαφορετικού. Έτσι, όντας στηριζόμενο στις θρησκείες τους, στην ιδιαιτερότητα της κοινότητας στην οποία ανήκουν, νιώθουν ότι διεκδικούν άλλη πραγματικότητα και άλλο μέλλον από αυτά των μοντέρνων «ανοιχτών» κοινωνιών.
Με αυτό το δεδομένο, το ISIS βρήκε πρόσφορο έδαφος στις μουσουλμανικές κοινότητες της Ευρώπης. Μολαταύτα, αυτή η λογική δεν μπορεί να αποτελεί την αρχή του νήματος, αν αναλογιστούμε ότι φαινόμενα οικονομικής και κοινωνικής περιθωριοποίησης απαντώνται και σε άλλες μειονότητες, χωρίς αυτό να τους εκτρέψει στην τρομοκρατία και σε στυγερά εγκλήματα με βιντεοσκοπημένους αποκεφαλισμούς ανθρώπων.
Απ’ την άλλη πλευρά, από μόνη της η απάντηση «Να μην αφήσουμε το φόβο να μας καταδυναστεύσει», είτε «ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο ρατσισμός» είναι αρκετά επιφανειακή.
Ο φόβος μπροστά στις βόμβες δεν είναι κάτι εξωπραγματικό, αλλά εντελώς φυσιολογικό. Και η ισλαμοφοβία είναι επόμενο να υπάρχει, όταν συνοδεύεται απότέτοια φρικτά και αδιανόητα γεγονότα. Αν θέλουμε, όμως, να αντιμετωπίσουμε ουσιαστικά αυτά τα φαινόμενα, πρώτα οφείλουμε να επικεντρωθούμε στο ίδιο το πρόβλημα. Να το χτυπήσουμε στη ρίζα του.
Ας μην αγκιστρωνόμαστε, λοιπόν, στη μοιρολατρία και αφήνουμε απροστάτευτες τις κατακτήσεις της ίδιας μας της κοινωνίας, γιατί καμία ευχή από μόνη της δεν θα μας σώσει. Άλλωστε, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι: «Συν Αθηνά και χείρα κίνει».